| More
reklam
kopyası yasaktır. - Her hakkı saklıdır  - iletişim -ana sayfa -  ©  İstanbul
Rum Cemaati resmi sitesi (περί πνευματικών διακιωμάτων και χρήσης
πατήστε
εδώ) privacy policy | contact us | help desk | sitemap
_______________________________________________________ΠΕΡΙ ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΩΝ
Κατέβασμα στοιχείων
Τα στοιχεία καταχωρούνται σε pdf και excel και κάποια από αυτά –για ενημερωτικούς λόγους και σε html μορφή.
Βασικές πληροφορίες για το σύνολο των νεκροταφείων στην Κωνσταντινούπολη(
αυτά που ανήκουν στην Ρωμαίικη κοινότητα)

Οι περισσότεροι ρωμαίικοι χώροι ενταφιασμού, που από το 1923 τελούν υπό την
προστασία της Συνθήκης της Λωζάννης, παραχωρήθηκαν, από τα μέσα του 19ου
αιώνα κι έπειτα, στις κατά τόπους ενορίες με σουλτανικό φιρμάνι. Στη συνέχεια,
κατά τη δεκαετία του 1930, προσαρτήθηκαν στα κοινοτικά βακούφια. Η ασάφεια και
η αοριστία του νομικού τους καθεστώτος διευκόλυνε τις απώλειες καθ’ όλη τη
διάρκεια του πολύταραχου για την πολίτικη ρωμιοσύνη 20ού αιώνα. Ένας πρώτος
«κανονισμός περί νεκροταφείων» της 9ης Αυγούστου 1931, που διευκρινίζει τα
δικαιώματα των επιμέρους δήμων στους χώρους ενταφιασμού, δεν περιέχει ειδική
αναφορά στα μειονοτικά νεκροταφεία, ίσως επειδή την εποχή αυτή θεωρούνται
ακόμη εκτός της δικαιοδοσίας των τουρκικών αρχών.
Τριάντα χρόνια αργότερα ωστόσο, όταν εγκαινιάζονται γιγαντιαία δημόσια έργα και εντείνονται οι προσπάθειες για πολεοδομικό
μετασχηματισμό, ένας νέος νόμος (221 του 1961) απλοποιεί τη διαδικασία δημοσιοποίησης των ιδιωτικών οικοπέδων,
παρέχοντας στις δημαρχίες την απαιτούμενη νομιμοποίηση ως προς τις πολυάριθμες ιδιοποιήσεις ακινήτων που
πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο ανάπλασης του αστικού χώρου. Ο στόχος του νομοθέτη δεν ήταν να καταργήσει τα μειονοτικά
νεκροταφεία, αλλά να εκσυγχρονίσει την Πόλη. Εξάλλου, τα χρόνια αυτά, πλείστα μουσουλμανικά κοιμητήρια και κτήρια
υποχρεώθηκαν να υποστούν τις συνέπειες της εφαρμογής των νέων πολεοδομικών σχεδίων και διαγράφτηκαν από το χάρτη. Η
παρατήρηση αυτή δεν αναιρεί ωστόσο τη διαπίστωση ότι τη συγκεκριμένη περίοδο αρκετά κοινοτικά νεκροταφεία πέρασαν στη
δικαιοδοσία των δημαρχιών, οι οποίες πραγματοποίησαν τις σχετικές μεταβιβάσεις βάσει δικαστικών αποφάσεων.

Η τελευταία νομοθετική ρύθμιση σχετικά με το θέμα: ο νόμος 3998 του 1994 αναγνωρίζει, πρώτη φορά από το 1923, την
ιδιαιτερότητα του καθεστώτος των μειονοτικών κοιμητηρίων. Στο κείμενο αυτό διευκρινίζεται επίσης ότι οι εκτάσεις ταφής (γενικά)
στην Τουρκία χαίρουν ειδικής προστασίας, αφού δεν μπορούν να κατεδαφιστούν ούτε να μετατραπούν σε πάρκα, κήπους,
πλατείες ή πάρκινγκ· ούτε και να χρησιμοποιηθούν για σκοπό διαφορετικό απ’ αυτό για τον οποίο ιδρύθηκαν. Μόνο η χάραξη
δρόμου συνιστά λόγο νόμιμης κατάργησης (εν όλω ή εν μέρει) ενός νεκροταφείου. Και πράγματι, η κατασκευή του περιαστικού
οδικού δικτύου της Πόλης που αρχίζει από το 1960 απαιτεί τη διάνοιξη νέων αρτηριών, τη διεύρυνση οδών, έργα για την εκτέλεση
των οποίων οι απαλλοτριώσεις και οι κατεδαφίσεις είναι αναπόφευκτες.

Ο κίνδυνος εξαφάνισης των νεκροταφείων

Παρά τη ρητή νομοθετική προστασία, οι Ρωμιοί της Πόλης δεν αγνοούν ότι στις αρχές του 21ου αιώνα, απ’ όλα τα –πολυάριθμα–
ακίνητα που συνθέτουν την πολιτιστική τους κληρονομιά στα όρια της τουρκικής μεγαλούπολης, τα κοιμητήρια είναι τα πιο
ευάλωτα και τα πιο άμεσα απειλούμενα για πολλούς λόγους. Ο πρώτος λόγος είναι ότι η μειονότητα δε διαθέτει πια σημαντική
δημογραφική βάση για να δικαιολογήσει την ανάγκη λειτουργίας 18 νεκροταφείων: οι κηδείες είναι λίγες, ενώ οι εκταφές είναι από
χρόνια διαδικασία άγνωστη. Επιπλέον, το νεκροταφείο έχει πάψει να αποτελεί «κοινωνικό χώρο» για τους Ρωμιούς. Οι
επισκέψεις στους νεκρούς, τα μνημόσυνα, τα τρισάγια και οι λουλουδιασμένοι τάφοι είναι σπάνιοι, αφού για τους περισσότερους
από τους νεκρούς δεν υπάρχουν πια συγγενείς στην Πόλη.

Το δεύτερο πρόβλημα είναι η γεωγραφική θέση των περισσότερων ρωμαιορθόδοξων κοιμητηρίων, που συνδυάζεται με την
εντατική αστικοποίηση. Είτε βρίσκονται πια στο κέντρο της Πόλης (Σισλί, Κουρτουλούς, Καντίκιοϊ κ.ά.) είτε είναι απομονωμένα στις
ανηφοριές των προαστίων του Βοσπόρου, τα νεκροταφεία των Ρωμιών καταλαμβάνουν οικοδομήσιμες εκτάσεις γης σε περιοχές
όπου η τιμή του τετραγωνικού μέτρου έχει εκτιναχθεί σε δυσθεώρητα ύψη από το 2000 κι έπειτα. Η πολιορκία που υφίστανται
από εργολάβους και άλλους παράγοντες της αγοράς ακινήτων υποχρεώνει τη μειονότητα και το Πατριαρχείο να βρίσκονται σε
συνεχή επιφυλακή, ώστε να περιορίζονται τουλάχιστον οι κατάφωρες καταπατήσεις.

Όσο για τον κοινό νόμο που αφορά τους χώρους ταφής, ο νομοθέτης έχει τη δυνατότητα να τον μεταβάλει προσαρμόζοντάς τον
στις κοινωνικές ανάγκες και στη σημερινή πραγματικότητα. Σε μια τέτοια περίπτωση, θα απέμενε μόνη η εγγύηση προστασίας
που παρέχει το άρθρο 42, παράγραφος 3 της Συνθήκης της Λωζάννης, ως υπερκείμενης του κοινού δικαίου. Αλλά ποιος
ενδιαφέρθηκε για την τήρηση των διατάξεων της Συνθήκης της Λωζάννης μέχρι τη δεκαετία του 1990; Η Γαλλία, η Αγγλία, η Ιταλία,
που υπέγραψαν, όπως και η Ελλάδα, το διεθνές αυτό κείμενο, θυμήθηκαν όσα συμφωνήθηκαν στην Ελβετία μόνο όταν η
Τουρκία εκδήλωσε την επιθυμία της να προσχωρήσει στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η Συνθήκη της Λωζάννης, από την οποία
γαντζώνονται οι μειονότητες στην Τουρκία και στην Ελλάδα, αποδείχτηκε δηλαδή αμφίβολης αποτελεσματικότητας, υποκείμενη
στην πολιτική συγκυρία.

Η ανάγκη διατήρησης των κοιμητηρίων

Η διατήρηση των κοιμητηρίων είναι ουσιώδης προϋπόθεση για την επιβίωση της μειονότητας, κυρίως επειδή αποτελούν
εξέχοντες τόπους συλλογικής μνήμης, εκ των ων ουκ άνευ της πολιτισμικής της ταυτότητας. Εδώ αναπαύονται τα κορυφαία
στελέχη της (κληρικοί, πνευματικοί άνδρες, μεγαλοεπιχειρηματίες), τα οποία συνέβαλαν στη σύντομη λάμψη της από το 1880
μέχρι το 1914. Εδώ επίσης καταγράφεται η κοινωνική διαστρωμάτωση των ενοριών, αλλά και η εισδοχή αλλόγλωσσων
ορθόδοξων στοιχείων στον ελληνόφωνο μειονοτικό ιστό. Οι Ρώσοι πρόσφυγες της Οκτωβριανής Επανάστασης ενταφιάστηκαν
ένα διάστημα σε ρωμαίικα κοιμητήρια· αν και σε περιορισμένο αριθμό, Σέρβοι, Ρουμάνοι, Μολδαβοί αναπαύονται σήμερα σε
κεντρικά μνήματα. Εδώ, τέλος, φυλάσσονται ακόμη τα ίχνη της πολιτισμικής πολυφωνίας των Ρωμιών της Πόλης κατά το 19ο και
20ό αιώνα: οι πολυάριθμοι τάφοι των τουρκόφωνων ορθόδοξων (Καραμανλήδων) μαρτυρούν το σύνθετο χαρακτήρα της
κωνσταντινουπολίτικης ρωμιοσύνης μέχρι το τέλος της Οθωμανικής περιόδου.

Τα προβλήματα με τα οποία βρίσκεται αντιμέτωπη η πολίτικη ρωμιοσύνη στις αρχές του 21ου αιώνα είναι τόσο πολλά και ποικίλα
που η διάσωση των νεκροταφείων δεν αποτελεί προτεραιότητα. Ωστόσο, μια συντονισμένη προσπάθεια αξιοποίησής τους ίσως
προλάβαινε μια ενδεχόμενη απώλεια. Η προβολή μερικών από αυτά ως «τουριστικών αξιοθεάτων» θα συνέβαλλε στην
αναβάθμισή τους απέναντι στην κοινή γνώμη αλλά και στο τουρκικό κράτος.

Καθώς το υποδηλώνει και η συγχώνευση σε έναν ενιαίο φορέα των τουρκικών υπουργείων Πολιτισμού και Τουρισμού, η
προστασία των μνημείων στην Τουρκία είναι άμεσα συνδεδεμένη με στόχους τουριστικής ανάπτυξης και προσέλευσης
κεφαλαίων μέσω του τουρισμού. Η παρατήρηση αυτή ισχύει και για πολιτιστικά μνημεία που δεν έχουν σχέση ούτε με τη
μουσουλμανική θρησκεία ούτε με την ιστορία του τουρκικού έθνους. Η μέριμνα για τους αρχαιολογικούς χώρους, το ενδιαφέρον
των αρχών για διάφορα χριστιανικά μνημεία (εκκλησίες στην Καππαδοκία, στην Ταρσό, στην Αντιόχεια κ.α.) αποσκοπούν στη
δημιουργία στοιχειώδους υποδομής πολιτιστικού τουρισμού προς ικανοποίηση μιας κατεξοχήν ευρωπαϊκής πελατείας. Η πολιτική
αυτή δε συνιστά τουρκική ιδιαιτερότητα. Και σε άλλες χώρες της περιοχής, τουρισμός και συντήρηση της (αλλόθρησκης)
πολιτιστικής κληρονομιάς είναι συγκοινωνούντα δοχεία: Η περίπτωση της Αιγύπτου είναι ίσως η πιο χαρακτηριστική.

Σ’ ένα τέτοιο πλαίσιο, μερικά τουλάχιστον κοιμητήρια θα είχαν ίσως πιθανότητες διάσωσης, αν αξιοποιούνταν τουριστικά. Φυσικά,
για να αποτελέσουν τα ρωμαίικα νεκροταφεία επισκέψιμους τόπους μνήμης, προαπαιτείται σοβαρή κατάρτιση των ξεναγών: οι
τάφοι των μεγάλων ανδρών της ρωμιοσύνης (ευεργετών, πατριαρχών, διανοούμενων), αλλά και των χιλιάδων «ανωνύμων», είναι
μνημεία εξαιρετικά λιτά και με ελάχιστο επιγραφικό υλικό και μόνα τους δεν μπορούν να ικανοποιήσουν την περιέργεια και να
διεγείρουν τη φαντασία του περιηγητή.

Ωστόσο, ένα τουλάχιστον κοιμητήριο αποτελεί ήδη, εδώ και χρόνια, αναπόφευκτη στάση για όλους σχεδόν τους Έλληνες
τουρίστες που επισκέπτονται την Πόλη. Πρόκειται για τον περίβολο της μονής της Ζωοδόχου Πηγής (Μπαλουκλί), το χώρο όπου
αναπαύονται οι Οικουμενικοί Πατριάρχες των τελευταίων αιώνων. Επειδή συνιστούν θεμελιώδη σημεία αναφοράς για την
ορθοδοξία, οι πατριαρχικοί τάφοι, παρά τη λιτότητά τους, εντάσσονται συστηματικά στο πρόγραμμα των εκδρομών των ελληνικών
τουριστικών πρακτορείων.

Αντίθετα, στο γειτονικό κοινοτικό νεκροταφείο του Μπαλουκλί, όπως και σε αυτό του Σισλί, στο κέντρο της Πόλης, όπου είναι
θαμμένα τα επιφανέστερα μέλη της πολίτικης ρωμιοσύνης –ανώτεροι κληρικοί, διανοούμενοι, μεγαλέμποροι, τραπεζίτες,
καλλιτέχνες, επιστήμονες–, οι περιπατητές είναι σπάνιοι. Είναι αλήθεια ότι η αρχιτεκτονική των ρωμαιορθόδοξων κοιμητηρίων της
Πόλης παρουσιάζει περιορισμένο ενδιαφέρον. Από σκέτο μάρμαρο (συχνά μάλιστα απλό τσιμέντο), οι περισσότεροι τάφοι
στερούνται παντός διακοσμητικού στοιχείου. Όσο για τα οικογενειακά μνήματα και μαυσωλεία, που ανήκουν συνήθως σε
ευκατάστατους και φέρουν τα σημάδια της παρέμβασης ειδικών τεχνιτών και καλλιτεχνών, είναι είτε δυτικότροπα στην όψη είτε με
σαφείς αναφορές στην αρχαιοελληνική ταφική τέχνη. Με ελάχιστες οθωμανικές και ανατολίτικες επιρροές, δεν «ξαφνιάζουν» ούτε
και ελκύουν ιδιαίτερα τους επισκέπτες από την Ελλάδα. Αξίζει να σημειωθεί ότι τόσο το Σισλί όσο και το Μπαλουκλί
χαρακτηρίζονται συχνά ως «τοπικές εκδοχές» του Περ Λασέζ (Père-Lachaise, Παρίσι) ή παρόμοιων κοιμητηρίων
δυτικοευρωπαϊκών πόλεων του 19ου αιώνα.

Για να θεωρηθούν λοιπόν αξιοθέατα τα κοιμητήρια των Ρωμιών της Πόλης, προαπαιτούνται ειδικές γνώσεις για τις ατομικές και
οικογενειακές διαδρομές των ενταφιασμένων και σχετική επιμόρφωση των ξεναγών. Ωστόσο, αν η μειονότητα κατέβαλλε
προσπάθειες στην κατεύθυνση αυτή, το κέρδος δε θα ήταν μόνο ακαδημαϊκό. Η –έστω και περιορισμένη– πολιτιστική αξιοποίηση
των νεκροταφείων μπορεί να εξασφαλίσει μια πρόσθετη «θωράκιση» απέναντι σε ενδεχόμενες μελλοντικές αμφισβητήσεις.