| More
editorial
reklam
kopyası yasaktır. - Her hakkı saklıdır  - iletişim -ana sayfa -  ©  İstanbul
Rum Cemaati resmi sitesi (περί πνευματικών διακιωμάτων και χρήσης
πατήστε
εδώ) privacy policy | contact us | help desk | sitemap
Μια από τις πιο εμβληματικές μορφές της σύγχρονης
ελληνικής μουσικής ιστορίας είναι η Ρόζα Εσκενάζυ, η φωνή
φαινόμενο όπου δημιούργησε μια ολόκληρη σχολή
καλλιτεχνών, και με πάθος και δύναμη ζούσε την αγάπη της
για την μελωδία.
- ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ
- Η ΚΑΡΙΕΡΑ ΤΗΣ
- Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΗΣ
- ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ

- ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ + ΣΤΙΧΟΙ
- ROZA ESKENAZI'NIN HIKAYESI
μενού/menu
αναλυτικα


Η Ρόζα Εσκενάζυ, ή αλλιώς Σάρα Σκενάζη ή Ζαρντινίδη, όπως
λέγεται ότι ήταν το πραγματικό της όνομα, γεννήθηκε στην
Κωνσταντινούπολη μεταξύ των ετών 1883-1890 από γονείς
Εβραίους, σεφαρδίτικης καταγωγής (Ισπανοεβραία). Γύρω στο
1900, η οικογένειά της μετακόμισε στη Θεσσαλονίκη. Αρχικά
ξεκίνησε ως χορεύτρια στον Πειραιά (γύρω στο 1910) αλλά
σύντομα άρχισε επίσης να τραγουδά ελληνικά, τουρκικά και
αρμενικά τραγούδια. Στα μέσα της δεκαετίας του '20 κατέβηκε στην
Αθήνα κι έπιασε δουλειά ως τραγουδίστρια στα στέκια των
μουσικών της προσφυγιάς. Ο Παναγιώτης Τούντας δεν άργησε να
την ανακαλύψει κι έτσι το 1928-29 έκανε τις πρώτες της
ηχογραφήσεις. Γρήγορα έγινε αρκετά γνωστή και κατά τη δεκαετία
του 1930 ηχογράφησε πάνω από 500 ρεμπέτικα, σμυρναίικα και
δημοτικά τραγούδια, ενώ συνεργάστηκε με μεγάλους συνθέτες της
Σμύρνης και της Πόλης, όπως ο Κώστας Σκαρβέλης, ο Ιάκωβος
Μοντανάρης, ο Ιωάννης Δραγάτσης, ο Κώστας Τζόβενος, ο
Σπύρος Περιστέρης, ο Κώστας Καρίπης, ο Γρηγόρης Ασίκης, ο
Σωτήρης Γαβαλάς, ο Μανώλης Χρυσαφάκης, ο Βαγγέλης
Παπάζογλου και άλλοι.

Τη δεκαετία του 1940 και πριν από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο
ταξίδεψε ως τραγουδίστρια στα Βαλκάνια, την Τουρκία και τη Μέση
Ανατολή. Μετά τον πόλεμο, έκανε περιοδείες στις Η.Π.Α. Μάλιστα,
όταν το ’52 ταξίδεψε στη Νέα Υόρκη καταγράφηκε ως «άπατρις»
στον κατάλογο του πλοίου. Συμβολικό, γιατί τελικά η Ρόζα
παρακείμενη ταβέρνα, την οποία είχαν Οθωμανοί, ή από κάποιους περαστικούς Οθωμανούς, που άκουσαν τη μικρή κόρη να
τραγουδάει, ένιωσαν πως έχει ταλέντο και πίστεψαν αμέσως πως με τη φωνή της θα μπορούσε να τραγουδάει επαγγελματικά.
Είτε λοιπόν οι περαστικοί τη σύστησαν στους ιδιοκτήτες της ταβέρνας, είτε οι ίδιοι οι ιδιοκτήτες της ταβέρνας την είχαν ακούσει,
αποφασίζοντας τελικά πως θέλουν τη μικρή Σάρα να εργαστεί στο μαγαζί τους όπου θα τραγουδούσε.

Η οικογένειά της Σάρας μετακομίζει στη Θεσσαλονίκη στις αρχές του 1900. Η Θεσσαλονίκη τότε βρίσκεται στην εποχή που
γνώρισε τη ραγδαία οικονομική ανάπτυξή της, με την ταυτόχρονη θεαματική αύξηση του πληθυσμού της, κατά 70%.
Ο πατέρας της Σάρας, ο Αβραάμ Σκιναζή, δούλεψε σε εργοστάσιο επεξεργασίας βάμβακος, κάνοντας και διάφορες άλλες
εργασίες για τη βελτίωση του οικογενειακού εισοδήματος. Παρ' όλη τη φτώχεια του, μαθαίνει στην κόρη του γραφή και ανάγνωση,
με τη βοήθεια κάποιας γυναίκας γειτόνισσας, που ήταν γραμματιζούμενη. Η μόνη τυπική και ουσιαστική παιδεία – εκπαίδευση της
κατοπινής Ρόζας, ήσαν αυτά τα μαθήματα. Κατ' άλλες πηγές δεν ήξερε καθόλου γράμματα και ή τα έμαθε πολύ αργότερα μόνη της
ή δεν έμαθε ποτέ αλλά έβαζε κάποιους και την εγγονή της, να της διαβάζουν τους στίχους, τους οποίους μάθαινε αμέσως απ'
έξω. Τριάντα τρία χρόνια μετά από το θάνατό της και το μυστήριο της ζωής της συνεχίζεται. Λέγεται πως πρώτα έμαθε να μιλάει
Ελληνικά και ύστερα από μόνη της, έμαθε τουρκικά.  Η Ρόζα Εσκενάζη ήταν η πρώτη γυναίκα που τραγούδησε σε πάλκο.
Πολίτικα, Σμυρναίικα, Αρμένικα, τουρκικά, Ελληνικά Τραγούδια, ήσαν ένα μικρό μέρος του ρεπερτορίου της.

Το 1942 άνοιξε δικό της μαγαζί με την ταμπέλα να γράφει για τίτλο “Κρυστάλ”, ένα επιτυχημένο εστιατόριο ταβέρνα, επί της οδού
Σατωβριάνδου. Βοηθούσε όσους μπορούσε στη μεγάλη πείνα της σκληρής εκείνης περιόδου. Τη δραστηριότητα αυτή τη
μοιράστηκε με το γιο της Παράσχο. Η Εβραία Ρόζα, στην κατοχή, είχε καταφέρει να έχει πλαστό πιστοποιητικό γέννησης, που της
άλλαζε την ηλικία, την εθνικότητα, τη θρησκεία και την καταγωγή της. Συνάπτοντας δε ερωτικές σχέσεις με Γερμανό αξιωματούχο,
κατάφερε να έχει και άλλου είδους άσυλο και προνόμια. Στήριξε την Εθνική Αντίσταση, ακόμα και μέσα από τη σχέση της με το
Γερμανό. Πολλοί αντιστασιακοί εκρύβησαν στο σπίτι της. Άγγλοι που πήραν μέρος στην Εθνική Αντίσταση βρήκαν καταφύγιο και
πέρασμα από το σπίτι της. Κατάφερνε να παίρνει μυστικά από το Γερμανό φίλο της και να τα διοχετεύει στους ανθρώπους της
αντίστασης. Πολλοί Εβραίοι της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης, διασώθηκαν, ανάμεσά τους δε  ήταν και η δική της οικογένεια, που
γλύτωσαν την αποστολή τους στο Άουσβιτς και στα άλλα κρεματόρια των Ναζιστών.

Στα 1949, ενώ δούλευε στου Σκλαβούνου, στην Πάτρα, ερωτεύεται τη Ρόζα ο νεαρός αξιωματικός της αστυνομίας Χρήστος
Φιλιππακόπουλος. Ο κατά είκοσι πέντε με τριάντα χρόνια νεότερός της, αυτός άνδρας, θα είναι πλέον η μοιραία ίσως και πιο
τυχερή, τρυφερή κι ανθρώπινη σχέση της ζωή της. Ο έρωτας αυτός ήταν σε όλη τη διάρκεια του, ελικρινής, ακμαίος κι αμοιβαίος
και μέχρι το τέλος της ζωής της Ρόζας.
Εσκενάζυ δεν ανήκε πουθενά, πατρίδα της ήταν όλη η
Μεσόγειος. Τη δεκαετία του 1970 η φήμη της
αναζωπυρώθηκε ως συνέπεια της μαζικής εκ νέου
«ανακάλυψης» του ρεμπέτικου. Παρέμεινε «μάχιμη» ως τα
γεράματά της, διατηρώντας τις ωραίες ανατολίτικες
φορεσιές της.
είχε από τα νεανικά της χρόνια. Μετά το 1977 άρχισε να
παθαίνει κρίσεις αμνησίας.

Με την απροσδιόριστη ηλικία και με την 60χρονη καριέρα,
συνδέθηκε εξ αρχής με το ρεμπέτικο. Αν και ερμήνευσε
όλη τη γκάμα του ελληνικού τραγουδιού —από δημοτικό
μέχρι ελαφρό— η έναρξη της καριέρας της σηματοδοτείται
από την ακμή του ρεμπέτικου, του οποίου υπήρξε η
βασική γυναικεία φωνή. Άψογη ερμηνεύτρια, με ύφος,
τεχνική και πάθος, αποτέλεσε σημείο αναφοράς και
πρότυπο όλων των μετέπειτα τραγουδιστριών. Τραγική
σύμπτωση, το ρεμπέτικο του τεκέ, που τόσο ιδανικά
υπηρέτησε, έμελλε να σβήσει με αφορμή ένα δικό της
τραγούδι: Το «Πρέζα όταν Πιεις» στάθηκε η αφορμή για
την επιβολή της μεταξικής λογοκρισίας, που άνοιξε το
δρόμο στη σχολή Τσιτσάνη, θέτοντας στο περιθώριο τους
ρεμπέτες του μεσοπολέμου.
Η Ρόζα Σκενάζη –Εσκενάζη –Εσκενάζι - Εσκενάζυον),
γεννήθηκε μέσα στους κόλπους μιας  πολύ φτωχής
οικογένειας, από τον Αβραάμ Σκιναζή, τον πατέρα της, ο
οποίος ήταν παλιατζής (κατ' άλλες πηγές ήταν
αργυραμοιβός – σαράφης στην Κωνσταντινούπολη) και τη
Φλώρα, τη μητέρα της. Είχε επίσης δύο αδελφούς, τους
Νισίμ και Σάμη.

Η μητέρα της Σάρας δουλεύοντας υπηρέτρια σε σπίτι
οικογένειας οθωμανών στην Κομοτηνή, είχε κοντά της, για
να την προσέχει αλλά και για να τη βοηθάει στις δουλειές
του νοικοκυριού.
Κατά τη διάρκεια της εκεί ασχολίας της, η μικρή Σάρα κι
ενώ βοηθούσε τη μητέρα της, τραγούδαγε. Από την